
Το σχολείο είναι σημείο αναφοράς για την κοινωνία ενός μικρού
χωριού. Αποτελεί κοιτίδα πολιτισμού και πρόσληψης γνώσεων όχι μόνο για τα
παιδιά που φοιτούν σ’ αυτό αλλά και για όλους τους κατοίκους του.
Θυμάμαι, κάθε πρωί που πηγαίναμε στο σχολείο και ο δρόμος μας
περνούσε από τα σπίτια κάποιων γιαγιάδων, την ώρα που σκούπιζαν τις αυλές τους,
με πόση χαρά μας καλημέριζαν. Μάλιστα κάποιες από αυτές είχαν στις τσέπες τους
καραμέλες για να μας τις δώσουν να τις φάμε την ώρα του διαλείμματος. Το
μεσημέρι, πάλι που επιστρέφαμε στο σπίτι, ένας παππούς μας περίμενε πάντα
καθισμένος στο παγκάκι, εκεί στο Άγαλμα και μας ρωτούσε γεμάτος λαχτάρα: «Τι
μάθατε σήμερα, παιδούδια μ΄, στο σχολείο; Πείτε κι μένα να μάθω». Κι εμείς του
λέγαμε
ό, τι μας ερχόταν
στο μυαλό -αλήθειες και ψέματα - και βλέπαμε την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο
βλέμμα του.

Κάθε φορά που η καμπάνα χτυπούσε για μια μεγάλη γιορτή, οι
γιαγιάδες κοιτούσαν την πόρτα της εκκλησίας ανυπομονώντας, για την ώρα που θα
έμπαινε σύσσωμο το πλήρωμα του δημοτικού σχολείου. Έτσι γέμιζε η εκκλησιά φωνές
και παιδική ζωηράδα και έπαιρνε άλλο χαρακτήρα η γιορτή. Θυμάμαι, με πόση
περηφάνια παρελαύναμε στις εθνικές επετείους, καμαρωτοί μαθητές μπροστά απ’ το
Μεσοχώρι, όπου συγκεντρώνονταν ο μεγάλος όγκος του πλήθους να μας
χειροκροτήσει. Όλοι είχαν, δεν είχαν παιδιά εκείνη την ημέρα κατέβαιναν να
γιορτάσουν και να ακούσουν τα ποιήματα τα αφιερωμένα στους μεγάλους ήρωες της
πατρίδας. Κι εμείς οι μαθητές γεμάτοι τρακ προσπαθούσαμε να δώσουμε τον
καλύτερο μας εαυτό.

Άλλο σημείο αναφοράς, ήταν η αυλή του σχολείου, αποτελούσε τόπο
απογευματινής συγκέντρωσης για παιχνίδι. Τα παιχνίδια άλλαζαν από καιρό σε
καιρό. Άλλοτε παίζαμε ποδόσφαιρο χωρισμένοι σε ομάδες αγοριών και κοριτσιών κι
όταν τα κορίτσια νικούσαμε εκεί γινόταν χαμός. Άλλοτε, φτιάχναμε σπίτια, άλλοι
κάτω απ’ τις ελιές, άλλοι κάτω από τα πεύκα και άλλοι στην αυλή της Αγίας
Κυριακής, σκουπίζαμε, μαγειρεύαμε, κάναμε επισκέψεις ο ένας στον άλλο, όλα αυτά
με πράγματα της φύσης και αντικείμενα που βρίσκαμε στην αυλή του αγαπημένου μας
σχολείου.
Το αγαπούσαμε το σχολείο, το φροντίζαμε σαν το σπίτι μας, το
σεβόμασταν. Όταν μας έφερναν ξύλα για τις σόμπες του σχολείου, γινόμασταν μια
αλυσίδα και τα βάζαμε στην αποθήκη στο άψε σβήσε και όταν τελείωναν τα
προσανάμματα, πηγαίναμε εκδρομή στον Προφήτη Ηλία και μαζεύαμε σουσούρες από
τις πλαγιές του βουνού.
Στις ονομαστικές γιορτές των δασκάλων στήναμε ολόκληρες συνομωσίες
για να πάρουμε κρυφά δώρο και να τους κάνουμε έκπληξη. Οι δάσκαλοι πάλι έπαιζαν
μαζί μας στην αυλή καμάρα, λάστιχο, ποδόσφαιρο και μηλάκια.
Την μεγάλη σημασία της παρουσίας ενός δημοτικού σχολείου σε μια
τοπική κοινότητα δεν την συνειδητοποιούν όλοι, όταν αυτή θεωρείται δεδομένη.
Όταν όμως το σχολείο κλείνει γίνεται ευρύτερα αντιληπτό ότι ένα κομμάτι του
χωριού ξαφνικά σταματά να ζει. Τα παιδιά συνεχίζουν να πηγαίνουν σχολείο, αλλά
οι αναμνήσεις τους απ’ αυτό δεν πρόκειται να συνδεθούν πότε πια με τον τόπο,
όπου ζουν, γιατί απλά πηγαίνουν σχολείο σ’ έναν ξένο γι’ αυτά τόπο. Οι
αναμνήσεις των παλιών γενιών θα ζωντανεύουν για λίγο καιρό ακόμη στις κουβέντες
τους. Άνθρωποι ηλικίας από 30 μέχρι 100 έχουν ακόμη κάποιες ιστορίες να
διηγηθούν για τη σχολική ζωή της Μεσορόπης. Για πόσο ακόμη;