Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, όταν νυχτώνει...

















Η νύχτα πέφτει σιωπηλή και το χωριό κοιμάται και το φεγγάρι από ψηλά αρχίζει να θυμάται, 
η πλάση ξεκουράζεται  ο κόσμος ετοιμάζεται στον ύπνο για να πέσει.
Το μάτι παύει να κοιτά, το στόμα να μιλάει και το αυτί το πονηρό παύει να αφουγκράει.



Αφιερωμένο σε όλα τα χωριά της ελληνικής υπαίθρου 
που ζουν για να κοιτούν, να μιλούν και ν’ ακούν.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, το πασπάλισε λιγάκι





Βρέχει βρέχει και χιονίζει
και το μάρμαρο ποτίζει
και η γάτα μαγειρεύει
και ο ποντικός χορεύει. 














Κρύο κάνει παγωνιά, 
θέλω τζάκι και γωνιά!










Το πασπάλισε λιγάκι, 
μοιάζει μ' άχνη το χιονάκι.





Άσπρισε τη πλάση το χιονάκι,
πόρτα άνοιξε να μπω λιγάκι.






Δέντρα γυμνά, κλαδιά λευκά
σπίτια κλειστά, μα όμορφα.

Τι καλά που 'ναι στο σπίτι μας 
τώρα που έξω πέφτει χιόνι...
Τον μπερντέ παραμερίζοντας 
τ' άσπρο βλέπω το σεντόνι.





Άσπρισε και η σκεπή απ' το σπίτι,
που χάθηκε μες στην ομίχλη. 



 Άσπρισε όλο το χωριό
και γω μόνη περπατώ...






Στ' άσπρο πάνω το κλαδάκι,
κάθισε ένα πουλάκι.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, Παροιμία της εβδομάδας 3



                                            Γαϊδουρινό το πρόσωπο ζωή χαριτωμένη!

Φθινοπωρινό Παγγαίο by stelakis

Παγγαίο μου…

Παγγαίο, καταπράσινο
τη φύση σου ζηλεύω,
κάθε που σε περπατώ
θαρρώ κι αναθαρρεύω.

Παγγαίο μου πολύδωρο,
μέσα απ’ τις σπηλιές σου
χρυσάφι έβγαλε ο Φίλιππος
και έθρεψε τις γενιές του.

Παγγαίο μου περήφανο,
τα γάργαρα νερά σου,
κόρες και αγαπητικούς
δροσίζουν στη σκιά σου.


Παγγαίο μυθικό βουνό 
με μυστικά κρυμμένα
αχ να 'μουνα αερικό
που πλάνεψες και μένα!

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, Στ' Αγαπημένο μου Χωριό (Σπύρος Τσαρούχης)


Στ' Αγαπημένο μου χωριό

Mικρό μου όμορφο χωριό με τις πολλές σου χάρες
με τα ψηλά πλατάνια σου τα γάργαρα νερά σου.
Mε τις χρυσές σου τις σπηλιές και τα ψηλά σ' αλώνια
πόχουν νεράϊδες τη φωλιά κι οι μάγισες λημέρια.
Kαι στήνουν νύχτα το χορό και στήνουνε το γλέντι
χορεύουν μέχρι το πρωΐ ώσπου να βγει η πούλια.
Ώσπου να σκάσ' ο αυγερινός και να γλυκοχαράξει
να πάρουνε τις ρεματιές να πάνε να κρυφτούνε.
Mέσ' σε λημέρια έρημα μέσ' σε γκρεμούς και βράχια
να μην τις δει κανένας νιός που ξέρ' από αγάπη
και χάσουνε την ομορφιά και χάσουνε τη στράτα
και δεν μπορούν να ξαναβγούν στα μαρμαρένια αλώνια.
Eκεί που πήγαινα παιδί και που γυρίζω γέρος
προσκυνητής στο χώμα σου και στις βουνοκορφές σου.
Kι αν όμορφη πατρίδα μου μικρό μου χωριουδάκι
ήρθανε χρόνια δίσεκτα χρόνια δυστυχισμένα
κι ηύραμε στράτες μακρινές, στράτες γεμάτες πόνο
ποτέ δεν σε ξεχάσαμε και νοσταλγοί θα ζούμε
και στην στερνή μας την πνοή όταν θα 'ρθεί ο Xάρος
μια χάρη θα ζητήσουμε στερνή παρηγοριά μας:
Eκεί στου σχίνου τον ανθό στις λυγαριάς τον ίσκιο
κει θέλω να με θάψουνε για νάχω συντροφιά μου
παντοτεινή κι αιώνια της στάνης τα λημέρια
τις στρούγγες και τα μαντριά τα όμορφα τα γρέκια.
Eκεί που ζούσα από παιδί με μόνη συντροφιά μου
την πούλια, τον αυγερινό, της στάνης τα κουδούνια
τις μέρες τους κατακλυσμούς της νύχτας τα δρολάπια
και του χειμώνα τη βοή της Άνοιξης την αύρα
να με ξυπνούν κάθε πρωΐ της Άνοιξης τ' αηδόνια
το μεσημέρι οι πέρδικες και το βραδύ ο γκιώνης.
Kι έτσι πατρίδα μου γλυκειά χωριό μ' αγαπημένο
με τις ραχούλες τις ψηλές τα ξάγναντα τα τόσα
εσύ που μας ανέθρεψες με μυρωμένο αγέρα
το χώμα που πατήσαμε τα πρώτα μας τα χρόνια.
Aς μας δεχτείς χωρίς ζωή χωρίς φωνή και κλάμα
ν' ακούσεις για στερνή φορά απ' της καρδιάς τα βάθη
τον ύστατο χαιρετισμό από το μνήμα μέσα.
Kι απ' το χώμα τ' αλαφρό το χώμα το δικό σου
αυτό που περπατήσαμε στα παιδικά μας χρόνια
ας βρούμε για παντοτινά στερνή παρηγοριά μας.


Σπύρος Τσαρούχης (1910-1992)

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, Σ' αυτό το όμορφο χωριό.


 Σ’ αυτό το όμορφο χωριό

Σ’ αυτό το όμορφο χωριό με πράσινο τριγύρω,
Γυαλίζουν οι κόκκινες σκεπές απ’ τον καυτό τον ήλιο.
Στα παραθύρια των σπιτιών τα τζάμια λαμπυρίζουν,
Από καθαριότητα σαν τ’ ακουμπήσουν τρίζουν.

Οι κοπέλιες σαν περπατούν, τα μάτια όλων γυρίζουν.
Στυλάκια, από ομορφιά πολλές καρδιές ραγίζουν.

Ακόμη, οι γερόντισσες είναι καλοσυνάτες.
Κρατάνε απ’ τον παλιό καιρό, κυράδες ραφινάτες.
Ήπιαν το κρύο το νερό από βουνά με χιόνια,
Χιλιοχτυπημένο, συρτό σε βράχους, σε κοτρόνια.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Η Μεσορόπη με τη ματιά της ερασιτέχνη φωτογράφου

 Η Μεσορόπη με τη ματιά της ερασιτέχνη φωτογράφου

Όταν ζεις για χρόνια στο χωριό, έρχεται η στιγμή που νομίζεις ότι γνωρίζεις πια την κάθε του σπιθαμή. Αυτήν την εντύπωση είχα κι εγώ, και πάνω που πίστευα πως είχα εξαντλήσει τις φωτογραφικές αποτυπώσεις του πλούσιου τοπίου, η πραγματικότητα με διέψευσε και με διαψεύδει καθημερινά. Τελικά, διαπίστωσα ότι για έναν ερασιτέχνη φωτογράφο τα θέματα που μπορεί να αποτυπώσει με το φωτογραφικό του φακό είναι ανεξάντλητα. Κι αν και ο τόπος είναι μικρός, του περισσεύει ο φυσικός πλούτος. Φυσικά, σ’ αυτό συντελεί και το γεγονός ότι περιβάλλεται από το μυθικό βουνό, Παγγαίο, το οποίο από μόνο του αποτελεί αστείρευτη πηγή φωτογραφικών προκλήσεων.
Στις βόλτες μου, λοιπόν, στη Μεσορόπη κρυμμένη πίσω από το φωτογραφικό μου φακό, έμαθα να προσέχω τις λεπτομέρειες και να δίνω σημασία στα φαινομενικά ασήμαντα. Έχοντας κατα νου ότι καθετί στη ματιά του ερασιτέχνη φωτογράφου αποκτά άλλο μέγεθος και άλλη αξία, αναζητώ το ιδανικό πλάνο. Κι ενώ στην αρχή είχα αγωνία για το αν θα το εντοπίσω, τώρα πια αυτή περιορίζεται στην επιτυχημένη αποτύπωση και στο έγκαιρο στιγμιότυπο, που θα αιχμαλωτιστεί για πάντα από το φακό μου.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, Αγία Μαρίνα



Εις το βουνό ψηλά εκεί
ειν’ εκκλησιά ερημική, 
το σήμαντρό της δε χτυπά, 
δεν έχει ψάλτη ούτε παπά. 

Ένα καντήλι θαμπερό
και έναν πέτρινο σταυρό
έχει στολίδι μοναχό
το εκκλησάκι το φτωχό. 

Αλλ’ ο διαβάτης σαν περνά
στέκεται και το προσκυνά
και με ευλάβεια πολλή
τον άσπρο του σταυρό φιλεί. 

Επάνω στο σταυρό εκεί
είναι εικόνα μυστική
μ’ αίμα την έγραψε ο Θεός
και την λατρεύει ο λαός.

         Άγγελος Βλάχος

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Ο εν Μεσορόπη επιτάφιος της Μαριγώς

Κάποτε στην άκρη του χωριού σ' ένα μικρό σπιτάκι ζούσαν ο Γιαννακός και η Μαριγώ. Ο Γιαννακός ήταν ένας απλοϊκός βοσκός και πάνω απ' όλα ένας καλός και άξιος άνθρωπος. Η Μαριγώ από την άλλη ήταν μια φαινομενικά καλοκάγαθη γυναίκα, που σεβόταν και βοηθούσε όλο τον κόσμο εκτός από τον άντρα της. Παρότι, μέχρι να τον παντρευτεί, κίνησε γη και ουρανό, δεν έπαψε ούτε στιγμή να τον τυραννά. Γιαννακό μαγείρεψε, Γιαννακό τάισε τα παιδιά, Γιαννακό σκούπισε, Γιαννακό άρμεξε την κατσίκα. Γιαννακό κάνε τούτο, κάνε τ' άλλο, όλη μέρα έτρεχε ο Γιαννακός και η Μαριγώ καθόταν σταυροπόδι, έδινε διαταγές και έβρισκε και κουσούρια. Ο καημένος ο Γιαννακός δε μιλούσε, υπέμενε όλες τις ιδιοτροπίες της με εγκαρτέρηση. "Άγιος άνθρωπος" έλεγαν οι γείτονες "πώς τα βγάζει πέρα μ' αυτήν την κουρκουσούρα;" Άντεξε και μάλιστα άντεξε 50 χρόνια!
 Μόνο όταν κάποτε πέθανε η Μαριγώ, παρήγγειλε στον καλύτερο τεχνίτη μια σκαλιστή ταφόπετρα, που επάνω της έγραφε:
                                                                           
 " Ενθάδε κείται Μαριγώ, έτσι εγλίτωσα και γω"
                   
   Και έτσι γλίτωσε ο Γιαννακός!

Μεσορόπη, Παροιμία της εβδομάδας 2

Μικρό κώλο παίδευε, με μεγάλο μην καταπιάνεσαι = Από μικρός πρέπει κανείς να μαθαίνει στη δουλειά.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Κάποιος φούρνος γκρέμισε, μια έκφραση με αληθινές ρίζες...

Κάποιος φούρνος γκρέμισε:
      Παλαιότερα, τα σπίτια ενός χωριού τα μετρούσαν με τους. ..φούρνους τους. Οι χωρικοί, δηλαδή, δεν έλεγαν « το χωριό μου έχει τόσα σπίτια» αλλά «τόσους φούρνους», επειδή κάθε σπίτι είχε και το δικό του φούρνο, για να ψήνει το ψωμί του.
      Όταν λοιπόν στα χωριά πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: π.χ.  «Ο φούρνος του μπάρμπα Γιάννη γκρέμισε«, εννοώντας ότι με το θάνατο του αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι γκρέμιζε, χανόταν.
      Από τη μεταφορική λοιπόν αυτή φράση, βγήκε η έκφραση «Κάποιος φούρνος γκρέμισε» που τη λέμε, όταν μας επισκέπτεται κάποιος, που έχουμε να δούμε πολύ καιρό.

Μεσορόπη, τώρα και στο Αμέρικα!

MESOROPI, GREECE - Greece Flag Aluminum City Sign


List Price:
$19.95
Price:
$12.99 
You Save:
$6.96 (35%)
In Stock.
Ships from and sold by The Lizton Sign Shop.
4 x 18 Inches
·                        Aluminum Brand New Sign
·                        4 x 18 Inches
·                        Rounded Corners
·                        Predrillied for Hanging

·                        Great Gift Idea


Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, Νιβριός, Φτιάξε το παζλ

/www.jigsawplanet.com/?rc=play&pid=0e67199a770d&view=iframe" title="DSC01803 - online jigsaw puzzle - 35 pieces">[Your web browser does not support 

Το μεσοροπιανό καμάκι στην εποχή του καπνού!


« Όταν η γιαγιά μου γνώρισε τον παππού μου »

Εγώ ήρθα προσφυγοπούλα στο χωριό και δεν ήξερα κανέναν. Επειδή δεν έβγαινα απ’ το σπίτι η θεία η Λενιώ μ’ έπαιρνε μαζί της, κορτσούδ’ 17 χρονών, στο μπούρλιασμα στης θειας Μαρίκας το σπίτι. Κόσμος πολύς, ιστορίες με το τσουβάλι… Εκεί ερχόταν κι ένας ψηλός και όμορφος νέος μ’ ένα κουστούμι ακριβό από κασμίρι. Τον έβλεπα και σκεφτόμουν: « Δε το λυπάται γκιουζαλίμ κουστούμι να το μαυρίζει μες στο καπνό. Α! Κάνας πλούσιος
θα ‘ναι…»
Με τα πολλά με τα λίγα τα προξενιά ήρθαν, παντρευτήκαμε και κάναμε οικογένεια. Αργότερα, έμαθα ότι το κουστούμι ήταν ένα και μοναδικό και ο Δημητρός το φορούσε για να με εντυπωσιάσει.

Α! Μ’ αυτό ήρθε και στο γάμο.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη ...Ιστορίες του καπνού



  Μεσορόπη ...Ιστορίες του καπνού
Η καλλιέργεια του καπνού ήταν για πολλά χρόνια στενά συνδεδεμένη με την αγροτική ζωή του τόπου μας. Αν και προσωπικά δεν πρόλαβα την μεγάλη άνθιση των καπνομάγαζων στο χωριό, οι μνήμες μου από παιδί είναι έντονες. Σαν οικογένεια δεν είχαμε ποτέ καπνά, όμως γείτονες και συγγενείς υπήρξαν καπνοπαραγωγοί και έτσι είχα άμεση επαφή με τη βασική αυτή εργασία, που κάλυπτε σχεδόν όλες τις ώρες της ημέρας και όλες τις εποχές.
Η ασχολία με τον καπνό ήταν στην ουσία η ζωή των κατοίκων της Μεσορόπης. Από το φύτεμα μέχρι την πώληση μεσολαβούσε σχεδόν ένας χρόνος και ο κόπος ήταν πολύς και ανυπολόγιστης αξίας σε σχέση με το αντίτιμο, που έπαιρνε κάθε οικογένεια. Στην ουσία δούλευε μια ολόκληρη οικογένεια με την αμοιβή ενός εργάτη.
            Τους καλοκαιρινούς μήνες της συγκομιδής  μια τέτοια οικογένεια ξεκινούσε πολύ νωρίς τη μέρα της. Γύρω στις 2.30 – 3.00 τα ξημερώματα τα χωριό ξυπνούσε από το θόρυβο των αγροτικών οχημάτων, με τα οποία οι κάτοικοι κατέβαιναν στο κάμπο να μαζέψουν τον καπνό και στις 7.30- 8.00 π.μ. να το φέρουν στο σπίτι μέσα σε μπουχτζάδες ή καλαθάρες, για όσους πήγαιναν με τα γαϊδουράκια. Εκεί στο σπίτι περίμεναν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ή και φίλοι πολλές φορές για να ασχοληθούν με το μπούρλιασμα, το πέρασμα δηλαδή των φύλλων του καπνού στις βελόνες και έπειτα το άδειασμα στις βέργες. Εκεί, στον μπρόστιο όλοι γίνονταν μια παρέα, έπιναν καφέδες, έκαναν μουχαμπέτια, τραγουδούσαν και πολλές φορές σκάρωναν μέχρι και προξενιά και αν ο καπνός ήταν πολύς και έφτανε το μεσημέρι τότε κάθονταν όλοι μαζί συγγενείς και φίλοι στο τραπέζι και έτρωγαν.
            Φυσικά, η δουλειά συνεχιζόταν και μετά το μεσημέρι, οι βέργες με τον καπνό έπρεπε να φορτωθούν στο καρότσι και να μεταφερθούν στο τσαρντάκι, μια κατασκευή με σιδεριές καλυμμένη με νάυλον, όπου κρεμούσαν τον καπνό για να ξεραθεί στον ήλιο. Τώρα, βλέπω μπροστά μου την εικόνα της φίλης μου, που σε ηλικία 10 – 12 ετών αναλάμβανε να φέρει σε πέρας τη δύσκολη αυτή φάση της επεξεργασίας του καπνού. Καθώς, όπως ήδη είπαμε, όλη η οικογένεια έπρεπε να βοηθήσει για να τελειώσει η δουλειά σε εύλογο χρόνο. Έτσι, και  φίλη μου κάτω από το καυτό ήλιο, την ώρα που άλλα παιδιά κοιμόταν ή πήγαιναν στη θάλασσα κρεμούσε βέργες στα τσαρντάκια. Κάπως έτσι, λοιπόν περνούσαν οι καλοκαιρινές μέρες για την πλειονότητα των κατοίκων του χωριού.
            Και όταν ερχόταν ο χειμώνας, η δουλειά συνεχιζόταν με τη δεύτερη φάση της επεξεργασίας του καπνού στο σπίτι του καπνοπαραγωγού. Σ’ ένα ιδιαίτερο καμαράκι, που κάθε σπίτι διέθετε, κοντά στη ξυλόσομπα που το ζέσταινε, η οικογένεια μπαστάλιαζε τον αποξηραμένο πια καπνό, τον έκανε δηλαδή ματσάκια  για να δεθεί μετά σε δεμάτια. Και πάλι συγγενείς και φίλοι στέκονταν αρωγοί σ’ αυτήν την προσπάθεια. Μια δουλειά, με την οποία εγώ διασκέδαζα πολύ, αφού φυσικά δεν ήταν καθημερινή για μένα. Πολλές φορές, πήγαινα στη θεία μου και μπαστάλιαζα. Εκεί δίπλα στυς μεγάλους έμαθα να ξεχωρίζω τα καλά φύλλα καπνού από τα σκάρτα, τα μαυρισμένα, τα ρουφούζια, όπως τα έλεγαν. Εκεί, δίπλα στους μεγάλους άκουγα ιστορίες από την ζωή στα χωράφια, για ξωτικά και νεράιδες , για αγίους και θαύματα, που έβλεπαν οι αγρότες και άλλες πάλι για τυχερούς και άτυχους ανθρώπους που τους χτύπησε κεραυνός την ώρα της καταιγίδας στον κάμπο και είτε γλίτωσαν είτε πέθαναν ή για γυναίκες που γέννησαν στο χωράφι, καθώς δεν προλάβαιναν να γυρίσουν σπίτι.
            Το γεγονός οτι η ζωή μας στο χωριό ήταν συνυφασμένη με τον καπνό φαίνεται και από τα παιχνίδια μας. Μικρές χωριζόμασταν σε οικογένειες, φτιάχναμε σπιτάκια, και αναπαριστούμε όλη τη διαδικασία επεξεργασίας του καπνού. Μαζεύαμε φύλλα από το δέντρα, φτιάχναμε βελόνες από ξυλάκια και μπουρλιάζαμε, μετά παίρναμε σπάγκο και αδειάζαμε τα φύλλα από τις βελόνες φτιάχνοντας βέργες, τα ξεραίναμε και μετά τα μπασταλιάζαμε και φτιάχναμε δεμάτια. Τέλος, δήθεν τα πουλούσαμε, παίρναμε τα χρήματα και πηγαίναμε να ψωνίσουμε τις προμήθειες για το σπίτι και ρούχα και παπούτσια.
            Η επιρροή της καθημερινής ασχολίας με τον καπνό ήταν έντονη και στη γλώσσα. Λέξεις σχετικές με τον καπνό χρησιμοποιούνταν και σε άλλες  φάσεις της ζωής. Η σακοράφα, για παράδειγμα, όπως έλεγαν τη βελόνα για τα καπνά, επικράτησε να λέγεται για τη μεγάλη βελόνα ραψίματος. Όταν, πάλι έφευγε η νύφη από το σπίτι έπαιρνε και το μπουχτσά με τα ρούχα της. Τέλος χαρακτηριστικά θυμάμαι πως για τους τσιγκούνηδες λεγόταν ότι μπασταλιάζουν το χρήμα και δεν το εκμεταλλεύονται.
            Σήμερα, στο χωριό δεν υπάρχει κανένας καπνοπαραγωγός, άλλοι βγήκαν στη σύνταξη και άλλοι στράφηκαν σε πιο εύκολες και πιο προσοδοφόρες καλλιέργειες. Ωστόσο, οι μνήμες παραμένουν ζωντανές για όλους μικρούς και μεγάλους. Για μας τους νεότερους είναι θύμησες, για τους μεγαλύτερους είναι αναμνήσεις μιας ζωής, που πέρασε στην ιστορία, κουβαλώντας μύθους, θρύλους και παραδόσεις.  

Μεσορόπη, η παροιμία της εβδομάδας 1


       Έφεξε, ξημέρωσε, σήκω γριά μαγέρεψε, για φασόλια, για κουκιά, για καμιά ξεμαγεριά.

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, η ιδιαίτερη πατρίδα μας



Τι είναι η πατρίδα μας;
Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;
....................................
Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!
                         
                       Ιωάννης Πολέμης

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, το έθιμο του ποδαριστή

 Στη Μεσορόπη, κάθε δεύτερη μέρα του νέου έτους αναβίωνε το έθιμο του ποδαριστή. Οι ποδαριστές επισκέπτονταν τα σπίτια της γειτονιάς πολύ πρωί, χτυπούσαν τις πόρτες με τα "τουπούζια" (ξύλινα σφυριά), ξυπνούσαν την οικογένεια και μόλις η πόρτα άνοιγε άρχιζαν με τις ευχές: "Ντο καρά και ντο Βασίλα", "Καλημέρα και Καλή χρονιά". Έδιναν πρώτα στον οικοδεσπότη μια πέτρα και εύχονταν " Πολύ μάλαμα και πολύ χρυσό". Έπειτα, ο νοικοκύρης του σπιτιού  άναβε τη φωτιά στο τζάκι και οι ποδαριστές έριχναν μέσα κλαδιά ελιάς και αλάτι και καθώς αυτά ακούγονταν  να "τζιτζιρίζουν"(σκάνε), συνέχιζαν με τις ευχές: "Πολλές νύφες, πολλοί γαμπροί, πολλά μπιρικέτια, πολλά αρνούδια, πολλά κατσ'κούδια. Όπως πατλαντάει το άλας, έτσι να σκάζουν οι εχτροί." Στη συνέχεια, η οικοδέσποινα κερνούσε τους ποδαριστές καρύδια, δαμάσκηνα, σύκα, ρόδια και ό, τι άλλο διέθετε  το σπίτι και αυτοί έφευγαν για να πάνε σ' άλλη πόρτα.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Μεσορόπη, ευχές για το 2014.


Καινούριε χρόνε έφτασες, αγάπη πολλή δώσε...
σε νιους, όπου παντρεύονται, δώσε χαρά και σώσε.
Στα παλικάρια τα καλά, αγνά κορίτσια να δώσεις,
τη στράτα και το δρόμο τους με αγάπη να ενώσεις,
να περπατούν στο δρόμο σου με αγάπη και ελπίδα,
να 'χουν τα μάτια στο Θεό της νιότης τους ασπίδα.

Καινούριε χρόνε άφθορε, με δώδεκα σακούλια.
Δώδεκα μήνες δώσε μας με γέλια και τραγούδια.
Οι μέρες τους να 'ναι πλούσιες, ο κόσμος να χορτάσει.
Κι όποιος δίνει του φτωχού, να τα διπλασιάσει,
να πιάνει χώμα από τη γη, χρυσάφι να του βγαίνει.
Κι αν παιδιά δεν έκανε, ο χρόνος να του φέρει.